βασιμότητα


βασιμότητα
[васимотита] ουσ. Θ. основательность, обоснованность,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βασιμότητα" в других словарях:

  • βασιμότητα — η η σιγουριά, η βεβαιότητα: Η βασιμότητα των απόψεών του τις κάνει σεβαστές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βασιμότητα — η το να είναι κάτι βάσιμο, η βεβαιότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βάσιμος. Η λ. βασιμότης μαρτυρείται από το 1815 στον Θεόκλητο Φαρμακίδη] …   Dictionary of Greek

  • προκαταρκτικός — ή, ό / προκαταρκτικός, ή, όν, ΝΑ [προκατάρχομαι] αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή γίνεται πριν από το κύριο έργο, προπαρασκευαστικός, προσεισαγωγικός (α. «προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις» β. «προκαταρκτική διδασκαλία» γ. «προκαταρκτικαὶ ἔννοιαι»,… …   Dictionary of Greek

  • εκλογές — Με τον όρο αυτό ονομάζεται στο νεότερο συνταγματικό δίκαιο η διαδικασία επιλογής των αντιπροσωπευτικών οργάνων του κράτους και των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία στηρίζεται στην ψήφο των πολιτών. Η διάδοση του θεσμού των ε.… …   Dictionary of Greek

  • Μυθιστόρημα της Αλεπούς — (Roman de Renart). Συλλογή διηγήσεων (που ονομάστηκαν «branches») σε γαλλική γλώσσα, σε στίχους οκτασύλλαβους, που γράφτηκαν μεταξύ 12ου και 13ου αι. από διάφορους συγγραφείς και που τα κύρια πρόσωπα τους είναι ζώα Renart (η αλεπού), Ysengrin (ο… …   Dictionary of Greek